νάπυ

νᾱπυ, -υος, τὸ (Α)
(αττ. τ.) σινάπι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. δάνεια λ., για την προέλευση τής οποίας έχουν γίνει διάφορες υποθέσεις. Η προφανής, αλλ' όχι ικανοποιητικά ερμηνευμένη, σχέση τών νᾶπυ, σίναπι οδήγησε στην υπόθεση τής αιγυπτιακής τους προελεύσεως (πρβλ. σίλι: σέσελι, σάρι: σίσαρον, που θεωρούνται επίσης αιγυπτιακής προελεύσεως). Κατ' άλλους, συνδέεται με το αρχ. ινδ. sarsapa «μουστάρδα», το οποίο δεν αποκλείεται να είναι δάνεια λ. αυστρονησιακής προελεύσεως (πρβλ. μαλαιικό sawi, sěsawi, sěnawi «μουστάρδα»). Η Λατινική δανείστηκε από την Ελληνική τα νᾶπυ, σίναπι (πρβλ. λατ. nāpus «ραπάνι», sinapi(s) «μουστάρδα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νᾶπυ — mustard neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάπειον — νάπειον, τὸ (Α) το φυτό νάπυ*. [ΕΤΥΜΟΛ. < νᾶπυ, κατά τα γήτ ειον, κών ειον] …   Dictionary of Greek

  • σινάπι — Όνομα με το οποίο είναι γνωστά τα φυτά σίναπις η λευκή και σίναπις η μελάνη, που ανήκουν στην οικογένεια των Σταυρανθών ή Κρουτσιφόρων (δικοτυλήδονα) και είναι πόες άγριες και κοινές, ακόμα και στα ακαλλιέργητα εδάφη των εύκρατων περιοχών. Η… …   Dictionary of Greek

  • νάπυι — νά̱πυϊ , νᾶπυ mustard neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάπυος — νά̱πυος , νᾶπυ mustard neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάπυσιν — νά̱πυσιν , νᾶπυ mustard neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • nap-? — *nap ? germ.?, Substantiv: nhd. Rübe; ne. beet; Interferenz: Lehnwort lat. nāpus; Etymologie: s. lat. nāpus, Maskulinum, Steckrübe; …   Germanisches Wörterbuch

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.